Μετάφραση του "effettuare" σε Ελληνικά

Οι πραγματοποιώ, εκτελώ, κάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "effettuare" σε Ελληνικά.

effettuare verb γραμματική

Portare a compimento. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πραγματοποιώ

    verb

    La valutazione è effettuata da persone qualificate nessuna delle quali esercita le attività in questione.

    Η αξιολόγηση πραγματοποιείται από ειδικευμένα άτομα που δεν συμμετέχουν προσωπικώς στις συγκεκριμένες δραστηριότητες.

  • εκτελώ

    verb

    Esistono soltanto due imprese che effettuano il trasporto di esplosivi con cisterne.

    Τέτοιες μεταφορές εκρηκτικών με βυτιοφόρα οχήματα εκτελούν δύο μόνον εταιρείες.

  • κάνω

    verb

    L'abbonato non deve effettuare doppie prenotazioni per uno stesso passeggero.

    Ο συνδρομητής δεν κάνει διπλές κρατήσεις για τον ίδιο επιβάτη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τελώ
    • εκπληρώνω
    • πραγματώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " effettuare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "effettuare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "effettuare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη