Μετάφραση του "elastico" σε Ελληνικά
Οι λαστιχάκι, ελαστικός, εύκαμπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elastico" σε Ελληνικά.
elastico
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
λαστιχάκι
nounL'entropia resta costante, quindi è reversibile, proprio come un elastico.
Η εντροπία παραμένει σταθερή, οπότε είναι μετατρέψιμη, σαν ένα λαστιχάκι.
-
ελαστικός
masculineE' necessario iscriversi prima dell'inizio delle dichiarazioni di voto. Posso tuttavia essere elastico.
Πρέπει να εγγραφείτε πριν ξεκινήσουν οι αιτιολογήσεις ψήφου, αλλά θα είμαι ελαστικός.
-
εύκαμπτος
neuter -
ανθεκτικός
adjective masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elastico " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Elastico
-
Παραμόρφωση
Inoltre, la deformazione elastica non deve provocare alcun impegno dei franchi minimi.
Επιπλέον, η ελαστική παραμόρφωση δεν πρέπει να προκαλεί περιορισμό του περιτυπώματος φόρτωσης.
Φράσεις παρόμοιες με "elastico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άμυνα σε βάθος
-
τραμπολίνο
-
σπασουάρ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη