Μετάφραση του "elemento" σε Ελληνικά
Οι στοιχείο, στοιχεία, γεγονός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "elemento" σε Ελληνικά.
elemento
noun
masculine
γραμματική
Ciascuno degli elementi che fanno parte di un elenco organico o di un complesso omogeneo di dati.
-
στοιχείο
noun neuterL'iridio è uno degli elementi più rari.
Το ιρίδιο είναι ένα από τα σπανιότερα ατομικά στοιχεία.
-
στοιχεία
noun n-pL'iridio è uno degli elementi più rari.
Το ιρίδιο είναι ένα από τα σπανιότερα ατομικά στοιχεία.
-
γεγονός
noun neuterQuesti indicatori forniscono indizi utili su elementi fondamentali che possono essere ulteriormente analizzati e interpretati.
Οι δείκτες παρέχουν χρήσιμες υποδείξεις για βασικά γεγονότα που μπορούν να τύχουν περαιτέρω ανάλυσης και ερμηνείας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εξάρτημα
- ουσία
- μέλος
- χημικά στοιχεία
- προσωπικότητα
- συστατικό πρότασης
- χημικό στοιχείο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " elemento " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "elemento"
Φράσεις παρόμοιες με "elemento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τύπος στοιχείου εργασίας
-
περιορισμός 2 στοιχείων
-
Αναφορά προτάσεων βέλτιστης αντιστοίχισης
-
επαναδιαχείριση γονικού τομέα
-
τύπος περιεχομένου με βάση στοιχείο
-
βέλτιστη αντιστοίχιση
-
Τμήμα Web στοιχείου εξωτερικών δεδομένων
-
στοιχείο πολυμέσων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη