Μετάφραση του "ellenico" σε Ελληνικά

Το ελληνικός είναι η μετάφραση του "ellenico" σε Ελληνικά.

ellenico adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελληνικός

    noun masculine

    L'organismo d'intervento ellenico è incaricato dell'applicazione della misura di cui al paragrafo 1.

    Ο ελληνικός οργανισμός παρεμβάσεως αναλαμβάνει την υποχρέωση εφαρμογής του μέτρου που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ellenico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ellenico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ellenico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη