Μετάφραση του "eminente" σε Ελληνικά

Οι διακεκριμένος, διαπρεπής, εξαίρετος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eminente" σε Ελληνικά.

eminente adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακεκριμένος

    adjective masculine

    Le decisioni giudiziarie e gli scritti di autori eminenti sono mezzi sussidiari per determinare il diritto.

    Οι δικαστικές αποφάσεις και τα συγγράμματα διακεκριμένων συγγραφέων αποτελούν επικουρικά μέσα πορισμού του δικαίου.

  • διαπρεπής

    adjective m;f

    Un eminente politico mi parlò una volta di una sua esperienza con certe sostanze chimiche.

    Ένας διαπρεπής πολιτικός μου είπε κάποτε για την εμπειρία του με ορισμένες χημικές ουσίες.

  • εξαίρετος

    adjective masculine
  • περίοπτος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eminente " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eminente" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη