Μετάφραση του "emissione" σε Ελληνικά

Οι εκπομπή, έκδοση, ακτινοβολία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "emissione" σε Ελληνικά.

emissione noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκπομπή

    noun feminine

    Fattori di emissione correlati alle emissioni di processo

    Συντελεστές εκπομπών σε σχέση με τις εκπομπές διεργασίας

  • έκδοση

    noun feminine

    Sovrapprezzo di emissione relativo al capitale sociale ordinario — Classe 2

    Διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιο που αφορά το κεφάλαιο κοινών μετοχών — κατηγορία 2

  • ακτινοβολία

    noun

    Un veicolo va sottoposto a prove sulle emissioni irradiate e sull’immunità alle perturbazioni irradiate.

    Ένα όχημα υποβάλλεται σε δοκιμές για τις ακτινοβολούμενες εκπομπές και τις διαταράξεις από ακτινοβολία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μετάδοση
    • διάθεση
    • τεύχος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " emissione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "emissione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "emissione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη