Μετάφραση του "empirismo" σε Ελληνικά
Οι εμπειρισμός, eμπειρισμός, αισθησιαρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "empirismo" σε Ελληνικά.
empirismo
noun
masculine
γραμματική
-
εμπειρισμός
Noun masculine -
eμπειρισμός
corrente filosofica secondo cui la conoscenza umana deriva solo dai sensi e dall'esperienza
-
αισθησιαρχία
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " empirismo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη