Μετάφραση του "enclave" σε Ελληνικά

Οι Περίκλειστο και αποσπασμένο έδαφος, περιοχή μέσα σε αλλοεθνές έδαφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enclave" σε Ελληνικά.

enclave noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Περίκλειστο και αποσπασμένο έδαφος

    regione interamente compresa all'interno di uno stato, che però appartiene ed è governata da un altro Paese

  • περιοχή μέσα σε αλλοεθνές έδαφος

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " enclave " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "enclave" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "enclave" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη