Μετάφραση του "eremita" σε Ελληνικά

Οι ερημίτης, αναχωρητής, μαγκούφης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "eremita" σε Ελληνικά.

eremita noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερημίτης

    noun masculine

    persona che vive in isolamento dalla società

    Brandon ha lasciato il Paese, è diventato un eremita.

    Ο Μπράντον έφυγε από την χώρα, έγινε ερημίτης.

  • αναχωρητής

    noun masculine
  • μαγκούφης

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " eremita " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "eremita" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "eremita" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη