Μετάφραση του "esame" σε Ελληνικά

Οι εξέταση, διαγώνισμα, εξετάσεις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esame" σε Ελληνικά.

esame noun masculine γραμματική

Serie di domande (poste da un insegnante o professore), per capire il livello di conoscenza dell'allievo su un determinato argomento, periodo, era, ecc...

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξέταση

    noun feminine

    Sono contraria a lasciarlo andare prima di un esame.

    Δε θα έλεγα να ξαναγυρίσει εκεί μέχρι να ολοκληρώσω την εξέταση.

  • διαγώνισμα

    noun neuter

    E sara'nel vostro esame, signori, quindi vi consiglio di svegliarvi.

    Και θα είναι στο διαγώνισμα, γι'αυτό καλά θα κάνετε να ξυπνήσετε.

  • εξετάσεις

    E'nervoso perche'non ti stai preparando per gli esami.

    Είναι ταραγμένος που δεν διαβάζεις για τις εξετάσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τεστ
    • δοκιμασία
    • διαγώνι
    • ανάκριση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " esame " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "esame"

Φράσεις παρόμοιες με "esame" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "esame" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη