Μετάφραση του "esantema" σε Ελληνικά
Οι εξάνθημα, έκζεμα, απερίσκεπτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esantema" σε Ελληνικά.
esantema
noun
masculine
γραμματική
-
εξάνθημα
esantema caratterizzato da vescicole o pustole tese nella stessa fase di evoluzione con una distribuzione centrifuga.
Φυσαλιδώδες ή φλυκταινώδες εξάνθημα στο ίδιο στάδιο ανάπτυξης με φυγοκεντρική κατανομή.
-
έκζεμα
noun -
απερίσκεπτος
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " esantema " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη