Μετάφραση του "esborso" σε Ελληνικά
Οι δαπάνη, έξοδο, ξόδεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esborso" σε Ελληνικά.
esborso
noun
verb
masculine
γραμματική
-
δαπάνη
noun feminineLa Commissione decide gli anticipi mensili sul computo degli esborsi effettuati dagli organismi pagatori riconosciuti.
Η Επιτροπή αποφασίζει μηνιαίες προκαταβολές έναντι του καταλογισμού των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τους εγκεκριμένους οργανισμούς πληρωμών.
-
έξοδο
noun neuterL'ordinatore può autorizzare un anticipo destinato a coprire esborsi che un agente deve effettuare per conto dell'agenzia.
Ο διατάκτης δύναται να επιτρέψει τη χορήγηση προκαταβολής, με σκοπό να καλυφθούν έξοδα που θα πραγματοποιήσει μέλος του προσωπικού για λογαριασμό της Υπηρεσίας.
-
ξόδεμα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " esborso " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη