Μετάφραση του "esigenza" σε Ελληνικά

Οι ανάγκη, απαίτηση, ζήτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esigenza" σε Ελληνικά.

esigenza noun feminine γραμματική

Esigenza, bisogno incontrollabile di avere qualche cosa. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανάγκη

    noun feminine

    Esigenza, bisogno incontrollabile di avere qualche cosa.

    Una Carta supplementare, foss' anche europea, non risponderà ad una tale esigenza.

    Ένας συμπληρωματικός χάρτης, ακόμη κι αν είναι ευρωπαϊκός, σίγουρα δεν πρόκειται να ανταποκριθεί στην ανάγκη αυτή.

  • απαίτηση

    noun feminine

    Detto principio risponde, dunque, a una duplice esigenza di equità e di certezza del diritto.

    Επομένως, ανταποκρίνεται σε μια διπλή απαίτηση δικαιοσύνης και ασφάλειας δικαίου.

  • ζήτηση

    noun feminine

    Alle esigenze generali di trasporto si dovrebbe rispondere attraverso l'attuazione di piani strategici di mobilità urbana.

    Η ζήτηση μεταφορών θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την εφαρμογή στρατηγικών σχεδίων για την αστική κινητικότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ένδεια
    • αντιξοότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " esigenza " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "esigenza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "esigenza" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη