Μετάφραση του "esiliato" σε Ελληνικά
Το εξόριστος είναι η μετάφραση του "esiliato" σε Ελληνικά.
esiliato
adjective
noun
verb
masculine
γραμματική
-
εξόριστος
noun masculineNon potete essere tanto soddisfatto, con Chevalier ancora in esilio all'estero.
Δέν μπορεί να είσαι απόλυτα ικανοποιημένος με τον Ιππότη να βρίσκετε εξόριστος στο εξωτερικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " esiliato " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "esiliato" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εξόριστη κυβέρνηση
-
εξόριστη κυβέρνηση
-
εξοβελίζω · εξορίζω · εξοστρακίζω
-
βαβυλώνια αιχμαλωσία
-
Εξορία · εξορία
-
Εξορία · εξορία
-
εξοβελίζω · εξορίζω · εξοστρακίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη