Μετάφραση του "esistere" σε Ελληνικά
Οι υπάρχω, υφίσταμαι, υπάρξει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esistere" σε Ελληνικά.
esistere
verb
γραμματική
Avere un esistenza.
-
υπάρχω
verbυπάρχω
Una tale parola non esiste in russo.
Δεν υπάρχει τέτοια λέξη στη ρωσική γλώσσα.
-
υφίσταμαι
verbLa verità assoluta non esiste.
Απόλυτη αλήθεια δεν υφίσταται.
-
υπάρξει
verbUna tale parola non esiste in russo.
Δεν υπάρχει τέτοια λέξη στη ρωσική γλώσσα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- είμαι
- να έισαι
- απαντώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " esistere " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "esistere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κανονισμός της ΕΚ σχετικά με τις υπάρχουσες χημικές ουσίες
-
υπαρκτός
-
Συμμετοχή σε υπάρχουσα διάσκεψη...
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη