Μετάφραση του "esplicito" σε Ελληνικά
Οι ρητός, κατηγορηματικός, απόλυτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esplicito" σε Ελληνικά.
esplicito
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
ρητός
adjective masculineIl manuale cita questa sentenza senza tuttavia indicare una regola esplicita per gli investigatori.
Στο εγχειρίδιο αναφέρεται η εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου, χωρίς ωστόσο προκύπτει κάποιος ρητός κανόνας για τους ελεγκτές.
-
κατηγορηματικός
adjectiveLa legge di Geova sulla santità del sangue era molto esplicita.
Ο νόμος του Ιεχωβά για την ιερότητα του αίματος ήταν κατηγορηματικός.
-
απόλυτος
adjective masculine -
απερίφραστος
Adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " esplicito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "esplicito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ρητό δικαίωμα
-
ρητή παροχή προφίλ
-
ρητή επιλογή
-
υλοποίηση ρητής διασύνδεσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη