Μετάφραση του "esproprio" σε Ελληνικά

Οι απαλλοτρίωση, (αναγκαστική) απαλλοτρίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "esproprio" σε Ελληνικά.

esproprio noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαλλοτρίωση

    noun

    I beni della Banca sono esenti da tutte le requisizioni o espropri in qualsiasi forma.

    Τα περιουσιακά στοιχεία της Τράπεζας δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε επίταξη ή απαλλοτρίωση, υπό οποιαδήποτε μορφή.

  • (αναγκαστική) απαλλοτρίωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " esproprio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "esproprio" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "esproprio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη