Μετάφραση του "essenziale" σε Ελληνικά

Οι απαραίτητος, βασικός, ουσιώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "essenziale" σε Ελληνικά.

essenziale adjective noun masculine γραμματική

Di fondamentale importanza. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαραίτητος

    adjective

    Un opportuno sistema di allarme deve informare immediatamente l'allevatore di ogni guasto dei dispositivi automatizzati di ventilazione essenziali.

    Μόλις ένας απαραίτητος αυτόματος μηχανισμός εξαερισμού πάθει κάποια βλάβη, ένα σύστημα συναγερμού πρέπει να ειδοποιεί τον πτηνοτρόφο.

  • βασικός

    adjective

    Carenza in un controllo essenziale e assenza di un controllo complementare

    Ένας ελλιπής βασικός έλεγχος και απουσία ενός επικουρικού ελέγχου

  • ουσιώδης

    noun masculine

    La protezione dei dati riservati forniti dal produttore è essenziale al fine di garantire la collaborazione.

    Η προστασία των εμπιστευτικών στοιχείων του παραγωγού είναι ουσιώδης για την εξασφάλιση συνεργασίας.

  • αρχικός

    adjective

    La redditività è un parametro essenziale per i risultati di un'impresa.

    Η αποδοτικότητα είναι ένας κύριος αρχικός δείκτης της επίδοσης μιας επιχείρησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " essenziale " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "essenziale"

Φράσεις παρόμοιες με "essenziale" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αιθέριο έλαιο · αιθέρια έλαια · αιθέριο έλαιο · εσάνς
  • αιθέρια έλαια
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "essenziale" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη