Μετάφραση του "estensione" σε Ελληνικά

Οι επέκταση, έκταση, προέκταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "estensione" σε Ελληνικά.

estensione noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επέκταση

    noun feminine

    I documenti allegati alla domanda di omologazione o di estensione dell’omologazione possono essere ottenuti su richiesta.

    Τα έγγραφα που υποβάλλονται μαζί με την αίτηση για έγκριση ή για επέκταση της έγκρισης διατίθενται κατόπιν αιτήσεως.

  • έκταση

    noun feminine

    L'Unione deve comprendere il fenomeno dell'innovazione in tutta la sua estensione.

    Η Ένωση πρέπει να αναγνωρίσει την έκταση του φαινομένου της καινοτομίας.

  • προέκταση

    noun

    Stiamo vedendo una reale estensione della mezza età.

    Άρα βλέπουμε ότι υπάρχει μια προέκταση της μέσης ηλικίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κλίμακα
    • χώρος
    • μεγάλωμα
    • διαστολή
    • επέκταση ονόματος αρχείου
    • επέκταση χρώματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " estensione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "estensione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "estensione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη