Μετάφραση του "estintore" σε Ελληνικά
Οι πυροσβεστήρας, Πυροσβεστήρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "estintore" σε Ελληνικά.
estintore
noun
masculine
γραμματική
Dispositivo portatile per spegnere un incendio con sostanze chimiche.
-
πυροσβεστήρας
noun masculineOgni estintore deve recare un segno che indichi che è stato esaminato.
Κάθε πυροσβεστήρας πρέπει να φέρει μια ένδειξη που να αποδεικνύει ότι έχει υποβληθεί σε έλεγχο.
-
Πυροσβεστήρας
Ένας πυροσβεστήρας, είναι μια συσκευή ενεργητικής πυροπροστασίας που χρησιμοποιείται στην κατάσβεση ή έλεγχο μικρών πυρκαγιών, συχνά σε επείγουσες καταστάσεις.
Ogni estintore deve recare un segno che indichi che è stato esaminato.
Κάθε πυροσβεστήρας πρέπει να φέρει μια ένδειξη που να αποδεικνύει ότι έχει υποβληθεί σε έλεγχο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " estintore " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "estintore"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη