Μετάφραση του "estrazione" σε Ελληνικά

Οι εξόρυξη, εξαγωγή, εκχύλιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "estrazione" σε Ελληνικά.

estrazione noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξόρυξη

    noun

    A tal proposito, è vero che esiste un rischio di inquinamento derivante dalle attività di estrazione del cromo.

    Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οπωσδήποτεπάρχει κίνδυνος ρύπανσης από την εξόρυξη χρωμίου.

  • εξαγωγή

    noun

    Un tale fatto può nondimeno costituire un indizio di estrazione.

    Το γεγονός αυτό πάντως μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι υπήρξε εξαγωγή.

  • εκχύλιση

    Noun

    Prodotto ottenuto per estrazione dai semi di soia destinati alla preparazione di alimenti.

    Προϊόν το οποίο λαμβάνεται κατά την εκχύλιση σπερμάτων σόγιας για την παρασκευή τροφής.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αφαίρεση
    • κλήρωση
    • εκρίζωση
    • καταγωγή
    • απόσπαση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " estrazione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "estrazione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "estrazione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη