Μετάφραση του "etile" σε Ελληνικά
Οι αιθύλιο, Αιθυλομάδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "etile" σε Ελληνικά.
etile
noun
masculine
γραμματική
-
αιθύλιο
noun neuterCopolimero di idrossistirene e di stirene o di alcossistirene disciolto in lattato di etile
Συμπολυμερές υδροξυστυρολίου και στυρολίου ή αλκοξυστυρολίου ή και των δύο, διαλυμένο σε γαλακτικό αιθύλιο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " etile " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Etile
-
Αιθυλομάδα
Στη χημεία, μια αιθυλομάδα είναι ένας υποκαταστάτης αλκυλίου που παράγεται από το αιθάνιο.
Φράσεις παρόμοιες με "etile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αιθανικός αιθυλεστέρας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη