Μετάφραση του "extra" σε Ελληνικά

Το επιπλέον είναι η μετάφραση του "extra" σε Ελληνικά.

extra adjective noun masculine γραμματική

(La quantità) Per la qual le cose sono aumentate.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιπλέον

    adjective neuter

    Allora paga a tonnellata e va'a chiedere all'ufficio d'igiene un extra per la raccolta.

    Πλήρωσέ τον και χρέωσε το δήμο επιπλέον για τις μεταφορές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " extra " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "extra" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "extra" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη