Μετάφραση του "facile" σε Ελληνικά

Οι εύκολος, εύκολο, ομαλός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "facile" σε Ελληνικά.

facile adjective masculine γραμματική

Che richiede poca capacità o sforzo; che non pone alcuna difficoltà.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εύκολος

    adjective masculine

    Dobbiamo pensare a qualcosa, perche'qui siamo un facile bersaglio.

    Πρέπει να σκεφτούμε κάτι γιατί είμαστε εύκολος στόχος.

  • εύκολο

    adjective

    Che richiede poca capacità o sforzo; che non pone alcuna difficoltà.

    È più facile dirlo che farlo.

    Aυτό είναι εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις.

  • ομαλός

    adjective masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βατός
    • απλός
    • χωρίς προβλήματα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " facile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "facile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "facile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη