Μετάφραση του "falcetto" σε Ελληνικά
Οι δρεπάνι, Δρεπάνι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "falcetto" σε Ελληνικά.
falcetto
noun
masculine
γραμματική
-
δρεπάνι
noun neuter -
Δρεπάνι
attrezzo manuale usato in agricoltura
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " falcetto " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "falcetto"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη