Μετάφραση του "fallimento" σε Ελληνικά

Οι αποτυχία, ήττα, πτώχευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fallimento" σε Ελληνικά.

fallimento noun masculine γραμματική

Inabilità legamelmente dichiarata di un individuo o di un'organizzazione di pagare i propri creditori. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτυχία

    noun feminine

    In Europa, siamo tradizionalmente meno tolleranti riguardo alla possibilità di fallimento aziendale.

    Στην Ευρώπη, έχουμε παραδοσιακά μικρότερη ανοχή στην επιχειρηματική αποτυχία.

  • ήττα

    noun feminine
  • πτώχευση

    noun feminine

    Un inadempimento può comprendere eventi quali il mancato pagamento, una ristrutturazione e un fallimento.

    Αθέτηση πληρωμής μπορεί να σημαίνει μη πληρωμή, αναδιάρθρωση ή πτώχευση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ακύρωση
    • χρεοκοπημένος
    • πτωχεύσας
    • κραχ
    • χρεωκοπημένος
    • Αποτυχία
    • πτώση
    • η αποτυχία
    • η ατυχία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fallimento " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fallimento" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fallimento" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη