Μετάφραση του "fanciullo" σε Ελληνικά

Οι παιδί, αγόρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fanciullo" σε Ελληνικά.

fanciullo noun masculine γραμματική

Essere umano dalla nascita alla pubertà.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παιδί

    noun neuter

    Ο άνθρωπος που δεν έχει φτάσει την εφηβία.

    Grazie, ma non chiedo l'elemosina ad adorabili fanciulle pazzoidi.

    Ευχαριστώ, αλλά δεν δέχομαι ελεημοσύνη από αξιαγάπητα απροστάτευτα παιδιά.

  • αγόρι

    noun neuter

    Mio dolce fanciullo, quella che deve decidere sono io.

    Γλυκό μου αγόρι, εγώ είμαι αυτή που επιλέγει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fanciullo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "fanciullo"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fanciullo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη