Μετάφραση του "fauci" σε Ελληνικά

Οι στόμα, λαιμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fauci" σε Ελληνικά.

fauci noun feminine γραμματική

Le due strutture opponibili che formano la bocca, o si trovano presso l'ingresso della bocca. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στόμα

    noun neuter

    Le pecore restano ferme, se non vengono spronate dalle fauci del cane.

    Τα πρόβατα στέκουν ακίνητα, αν δε τα τρομάξει το στόμα του λύκου.

  • λαιμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fauci " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fauci" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη