Μετάφραση του "favorevole" σε Ελληνικά
Το ευνοϊκός είναι η μετάφραση του "favorevole" σε Ελληνικά.
favorevole
adjective
masculine
γραμματική
-
ευνοϊκός
adjectiveInfatti, ma il clima non era favorevole, quindi siamo tornati prima.
Ήμουν, αλλά ο καιρός δεν ήταν ευνοϊκός κι έτσι επιστρέψαμε νωρίς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " favorevole " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη