Μετάφραση του "feed" σε Ελληνικά
Το τροφοδοσία είναι η μετάφραση του "feed" σε Ελληνικά.
feed
Contenuto online incapsulato la cui ricezione si può sottoscrivere mediante un lettore specifico. Spesso utilizzato per leggere i blog e le notizie.
-
τροφοδοσία
nounIl Los Angeles Times si avvalse di Twitter, e mise un feed sulla home page.
και πρόσθεσαν στην αρχική τους σελίδα μια τροφοδοσία με μηνύματα από το Twitter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " feed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "feed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τροφοδοσία δεδομένων
-
Εντοπισμός τροφοδοσίας
-
τροφοδοσία web
-
τροφοδοσία δραστηριότητας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη