Μετάφραση του "femore" σε Ελληνικά
Οι Μηριαίο οστό, μηριαίο οστό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "femore" σε Ελληνικά.
femore
noun
masculine
γραμματική
-
Μηριαίο οστό
osso prossimale della gamba dei vertebrati tetrapodi, osso più lungo degli umani
Ruota il femore, la parte superiore del femore.
Περιστρέφει το μηριαίο οστό, το πάνω μέρος του.
-
μηριαίο οστό
nounRuota il femore, la parte superiore del femore.
Περιστρέφει το μηριαίο οστό, το πάνω μέρος του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " femore " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "femore"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη