Μετάφραση του "fiacchezza" σε Ελληνικά
Οι αδυναμία, κούραση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fiacchezza" σε Ελληνικά.
fiacchezza
noun
feminine
γραμματική
-
αδυναμία
noun feminineMal di testa, palpitazioni, fiacchezza, indigestione?
Πονοκέφαλοι, ταχυπαλμίες, αδυναμία, δυσπεψία;
-
κούραση
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fiacchezza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη