Μετάφραση του "filetto" σε Ελληνικά

Οι σπείρωμα, πάσο, φιλέτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "filetto" σε Ελληνικά.

filetto noun verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπείρωμα

    noun neuter

    Presenta un diametro esterno costante di 4,0 mm, con profilo autofilettante e punta smussata filettata.

    Έχει σταθερή εξωτερική διάμετρο 4,0 mm, με αυτοβυθιζόμενο προφίλ και αμβλεία άκρη με σπείρωμα.

  • πάσο

    noun neuter
  • φιλέτο

    tipo di taglio di carne o pesce

    Conosco un locale che serve un filetto che e'anche meglio del sesso.

    Ξέρω ένα μπριζολάδικο που σερβίρει φιλέτο καλύτερο κι από σεξ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τρέσα
    • υποστόμιο
    • διακόσμηση
    • κανόνας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " filetto " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "filetto" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη