Μετάφραση του "finito" σε Ελληνικά
Το πεπερασμένο είναι η μετάφραση του "finito" σε Ελληνικά.
finito
adjective
verb
masculine
γραμματική
-
πεπερασμένο
neuterQuadro temporale finito futuro in cui si applica il modello.
Μελλοντικό πεπερασμένο χρονικό πλαίσιο για το οποίο ισχύει το μοντέλο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " finito " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "finito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πεπερασμένο σώμα
-
διακόπτω · εμποδίζω · εξαντλώ · καθαρίζω · καταλήγω · καταναλίσκω · κλείνω · λήγω · μειώνω · ολοκληρώνω · παύω · σταματώ · τέλος · τελειώνω
-
τέλος καλό, όλα καλά
-
καταλήγω
-
προϊόν παραγωγής
-
Ταξινόμηση πεπερασμένων απλών ομάδων
-
Ντετερμινιστικό πεπερασμένο αυτόματο
-
Που στο διάολο ήσουν;
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη