Μετάφραση του "finito" σε Ελληνικά

Το πεπερασμένο είναι η μετάφραση του "finito" σε Ελληνικά.

finito adjective verb masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεπερασμένο

    neuter

    Quadro temporale finito futuro in cui si applica il modello.

    Μελλοντικό πεπερασμένο χρονικό πλαίσιο για το οποίο ισχύει το μοντέλο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " finito " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "finito" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "finito" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη