Μετάφραση του "finnico" σε Ελληνικά
Οι φινλανδικά, φινλανδικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "finnico" σε Ελληνικά.
finnico
adjective
masculine
γραμματική
-
φινλανδικά
proper neuterI formulari con le note esplicative esistono nella versione in lingua finnica.
Υπάρχουν τα δελτία με ενημερωτικές σημειώσεις στα φινλανδικά.
-
φινλανδικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " finnico " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη