Μετάφραση του "flessione" σε Ελληνικά

Οι μείωση, πτώση, κάμψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "flessione" σε Ελληνικά.

flessione noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μείωση

    noun feminine

    A medio termine potrebbe diventare inevitabile la chiusura di alcune società, con una conseguente flessione del livello dell'occupazione.

    Η οριστική παύση λειτουργίας ορισμένων επιχειρήσεων μεσοπρόθεσμα ίσως καταστεί αναπόφευκτη, με συνέπεια περαιτέρω μείωση των θέσεων απασχόλησης.

  • πτώση

    noun feminine

    Decise flessioni sono state registrate nella spesa dei consumatori, nell'edilizia residenziale e negli investimenti delle imprese.

    Μεγάλη πτώση σημειώθηκε στις καταναλωτικές δαπάνες, την ανέγερση κατοικιών και τις επενδύσεις στον επιχειρηματικό τομέα.

  • κάμψη

    noun feminine

    L’articolazione del gomito consente la flessione e l’estensione della parte inferiore del braccio.

    Η άρθρωση του αγκώνα επιτρέπει την κάμψη και την έκταση του άνω βραχίονα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Κάμψη
    • ελάττωση
    • 1. κάμψη
    • 2. πτώση - μείωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " flessione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "flessione" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "flessione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη