Μετάφραση του "focolaio" σε Ελληνικά

Οι εστία, φωλιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "focolaio" σε Ελληνικά.

focolaio noun masculine γραμματική

Centro dal quale si diffonde un fenomeno.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εστία

    noun feminine

    Sebbene la terra fosse diventata un focolaio di ribellione, Geova non rinunciò al dominio su di essa.

    Μολονότι η γη είχε γίνει εστία στασιασμού, ο Ιεχωβά δεν παραιτήθηκε από την εξουσία του σε αυτήν.

  • φωλιά

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " focolaio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "focolaio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη