Μετάφραση του "forestazione" σε Ελληνικά

Το αναδάσωση είναι η μετάφραση του "forestazione" σε Ελληνικά.

forestazione noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναδάσωση

    noun

    Tali modifiche riguardano l’entità dei danni materiali e le ipotesi relative alle spese di forestazione e di mantenimento.

    Οι εν λόγω τροποποιήσεις αφορούσαν την έκταση της φυσικής καταστροφής και τις υποθέσεις σχετικά με την αναδάσωση και το κόστος συντήρησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " forestazione " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "forestazione" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη