Μετάφραση του "fornello" σε Ελληνικά
Οι κουζίνα, θερμάστρα, φούρνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fornello" σε Ελληνικά.
fornello
noun
masculine
γραμματική
Apparecchio domestico utilizzato spec. per la cottura dei cibi.
-
κουζίνα
noun feminineSi', non riesco ad immaginare le ore da schiava ai fornelli.
Ναι, δεν μπορώ να φανταστώ τις ώρες που πέρασες μπροστά σε μια κουζίνα.
-
θερμάστρα
noun feminine -
φούρνος
noun masculineE il fornello non e'cosi'diverso da quello che avevamo a casa.
Και ο φούρνος δε διαφέρει πολύ από εκείνον που έχουμε στο σπίτι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fornello " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Fornello
-
Κάμινος
proper
Φράσεις παρόμοιες με "fornello" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τμήμα πίπας
-
Επαγωγική εστία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη