Μετάφραση του "fossile" σε Ελληνικά
Οι απολίθωμα, Απολίθωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fossile" σε Ελληνικά.
fossile
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
απολίθωμα
noun neuterDieci microt con il vecchio fossile e realizzeremo un profitto.
Δέκα μάικροτ με το απολίθωμα και θα έχουμε κέρδος.
-
Απολίθωμα
Dieci microt con il vecchio fossile e realizzeremo un profitto.
Δέκα μάικροτ με το απολίθωμα και θα έχουμε κέρδος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fossile " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "fossile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ορυκτά καύσιμα
-
ορυκτά καύσιμα · ορυκτό καύσιμο · φυσικό καύσιμο
-
σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα
-
λιθάνθρακας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη