Μετάφραση του "frantumatore" σε Ελληνικά

Οι τεμαχιστής, θρίπτης, μηχανή κοκκοποίησης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frantumatore" σε Ελληνικά.

frantumatore noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τεμαχιστής

    12) «frantumatore», un dispositivo impiegato per ridurre in pezzi e in frammenti i veicoli fuori uso.

    12. Τεμαχιστής, οποιαδήποτε διάταξη που χρησιμοποιείται για την κοπή σε κομμάτια ή το θρυμματισμό οχημάτων στο τέλος του κύκλου ζωής τους.

  • θρίπτης

  • μηχανή κοκκοποίησης

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frantumatore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frantumatore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη