Μετάφραση του "frenaggio" σε Ελληνικά

Οι σύστημα φρένων, φρένα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frenaggio" σε Ελληνικά.

frenaggio noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύστημα φρένων

    noun
  • φρένα

    noun

    un sistema di frenaggio su tutte le ruote,

    φρένα σε όλους τους τροχούς·

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frenaggio " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frenaggio" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη