Μετάφραση του "frequentare" σε Ελληνικά

Οι συχνάζω, παρακολουθώ, επισκέπτομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "frequentare" σε Ελληνικά.

frequentare verb γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συχνάζω

    verb

    E'fisicamente in forma e probabilmente si allena molto, quindi potrebbe frequentare palestre economiche o centri fitness.

    Έχει καλή φυσική κατάσταση και πιθανόν γυμνάζεται πολύ, άρα μπορεί να συχνάζει σε φτηνά γυμναστήρια ή λέσχες υγείας.

  • παρακολουθώ

    verb

    Mia madre insiste sempre perchè io frequenti i politici.

    Η μητέρα όλο μού γκρινιάζει να παρακολουθώ την πολιτική.

  • επισκέπτομαι

    verb

    Non capita spesso che una come voi frequenti la nostra struttura.

    Δεν επισκέπτονται συχνά την επιχείρησή μας, άτομα σαν εσένα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " frequentare " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "frequentare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "frequentare" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη