Μετάφραση του "fresco" σε Ελληνικά

Οι φρέσκος, νωπός, δροσερός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fresco" σε Ελληνικά.

fresco adjective noun masculine γραμματική

Ad un temperatura leggermente bassa; lievemente o piacevolmente freddo. [..]

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φρέσκος

    adjective masculine

    Il suo profumo era quello di una fresca brezza dopo un temporale estivo.

    Μύριζε ακριβώς όπως ο φρέσκος άνεμος μετά από μία καλοκαιρινή καταιγίδα.

  • νωπός

    adjective masculine

    Il siero fresco è riscaldato in un grande paiolo.

    Ο νωπός ορός γάλακτος θερμαίνεται σε μεγάλο κάδο.

  • δροσερός

    adjective masculine

    In bocca, il vino è fresco e fruttato, con un retrogusto persistente.

    Στο στόμα, ο οίνος είναι δροσερός και φρουτώδης με παρατεταμένη επίγευση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • νέος
    • καινούργιος
    • ψύχραιμος
    • καινούριος
    • φρέσκο
    • χλωρός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " fresco " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "fresco" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "fresco" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη