Μετάφραση του "fumo" σε Ελληνικά
Οι καπνός, κάπνισμα, καπνίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "fumo" σε Ελληνικά.
fumo
noun
verb
masculine
γραμματική
Un aerosol, che consiste di particelle visibili e gas, prodotto dalla combustione incompleta di materiali a base di carbonio, come legno o combustibili fossili.
-
καπνός
noun masculinedispersione colloidale di particelle solide in un gas [..]
Non c'è fumo senza arrosto.
Δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά.
-
κάπνισμα
noun neuterHa deciso di smettere di fumare.
Αποφάσισε να κόψει το κάπνισμα.
-
καπνίζω
verbPoteva fumare sigari a casa sua guardare le partite di football senza interruzioni.
Μέτά, μπορούσε να καπνίζει πούρα μες στο σπίτι και να βλέπει ποδόσφαιρο, χωρίς διακοπές.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναθυμιάσεις
- καπνισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " fumo " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "fumo"
Φράσεις παρόμοιες με "fumo" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αερολύματα · απαέρια
-
απαγορεύεται το κάπνισμα
-
καπνός τσιγάρου
-
αναθυμιάσεις
-
πρόληψη του καπνού
-
βιμηχανικές αναθυμιάσεις
-
αιθάλη · καπνιά
-
κάπνισμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη