Μετάφραση του "generico" σε Ελληνικά
Οι γενικός, το γενικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "generico" σε Ελληνικά.
generico
adjective
noun
masculine
γραμματική
-
γενικός
noun masculineMisure più specifiche rivolte alle persone più bisognose andrebbero preferite rispetto ai sussidi generici.
Αντί γενικών επιδοτήσεων, θα πρέπει να προτιμηθούν μέτρα που εστιάζονται συγκεκριμένα σε αυτούς που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη.
-
το γενικό
nounSe disponibili, i dati generici di un settore specifico devono essere utilizzati al posto dei dati generici multisettoriali.
Όπου είναι εφικτό, τα γενικά δεδομένα που αφορούν σε συγκεκριμένο τομέα θα χρησιμοποιούνται αντί των γενικών δεδομένων που αφορούν σε πολλούς τομείς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " generico " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "generico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κλειστός γενικός τύπος
-
λίστα παραμέτρων γενικού τύπου
-
γενική δοκιμή
-
όρισμα γενικού τύπου
-
φάρμακο κοινόχρηστης ονομασίας
-
παράμετρος γενικού τύπου
-
Γενικά top-level domains
-
ορισμός γενικού τύπου
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη