Μετάφραση του "gerarchico" σε Ελληνικά

Το ιεραρχικός είναι η μετάφραση του "gerarchico" σε Ελληνικά.

gerarchico adjective masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιεραρχικός

    adjective masculine

    In un simile contesto, il vincolo gerarchico è stato rafforzato nel quadro della riorganizzazione il 1° agosto 1997.

    Στο πλαίσιο αυτό, ενισχύθηκε ο ιεραρχικός δεσμός στο πλαίσιο της αναδιοργάνωσης της 1ης Αυγούστου 1997.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " gerarchico " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "gerarchico" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "gerarchico" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη