Μετάφραση του "giacere" σε Ελληνικά

Οι κείτομαι, πλαγιάζω, ξαπλώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "giacere" σε Ελληνικά.

giacere verb γραμματική

Riposarsi in una posizione orizzontale e statica, solitamente su un'altra superficie.

+ Προσθήκη

Ιταλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κείτομαι

    verb

    E giacevo sulla strada lungo quella linea gialla,

    Και εγώ κείτομαι στο πεζοδρόμιο πάνω από την κίτρινη γραμμή,

  • πλαγιάζω

    verb

    Prego gli dei ogni notte che il prossimo uomo con cui sono forzata a giacere mi uccida.

    Προσεύχομαι στους Θεούς κάθε βράδυ πως ο επόμενος άντρας με τον οποίο πρέπει να πλαγιάσω θα με σκοτώσει.

  • ξαπλώνω

    verb

    La barella nella quale giaccio viene sollevata e trasportata lungo il viale soleggiato verso i cancelli del convento.

    " Το φορείο στο οποίο ξαπλώνω ανυψώνεται " " και μεταφέρεται, μέσα από τα ηλιόλουστα δένδρα, στις πύλες του μοναστηριού. "

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ψέμα
    • κείμαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " giacere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "giacere" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "giacere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη