Μετάφραση του "ginnastica" σε Ελληνικά
Οι γυμναστική, ακροβατισμός, γυμναστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ginnastica" σε Ελληνικά.
Sport in cui vengono eseguiti esercizi che richiedono forza fisica, flessibilità, agilità, coordinazione ed equilibrio.
-
γυμναστική
noun feminineSport in cui vengono eseguiti esercizi che richiedono forza fisica, flessibilità, agilità, coordinazione ed equilibrio.
L'anno scorso stava arrampicandosi in palestra prima della lezione di ginnastica, per mettersi in mostra.
Είχε σκαρφαλώσει στο σχοινί πέρυσι πριν τη γυμναστική, για να το παίξει μάγκας.
-
ακροβατισμός
noun masculine -
γυμναστικός
L'anno scorso stava arrampicandosi in palestra prima della lezione di ginnastica, per mettersi in mostra.
Είχε σκαρφαλώσει στο σχοινί πέρυσι πριν τη γυμναστική, για να το παίξει μάγκας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χρησιμοποίηση
- Γυμναστική
- σωματική αγωγή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ginnastica " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "ginnastica"
Φράσεις παρόμοιες με "ginnastica" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενόργανη γυμναστική
-
αθλητικό παπούτσι
-
αθλητικά παπούτσια
-
Ρυθμική γυμναστική · ρυθμική γυμναστική
-
σορτς γυμναστικής
-
ελεύθερο
-
μπλούζα γυμναστικής