Μετάφραση του "giocare" σε Ελληνικά
Οι παίζω, παιχνίδι, τζογάρω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "giocare" σε Ελληνικά.
giocare
verb
γραμματική
Comportarsi in modo tale da divertirsi; partecipare alle attività, il quale scopo é quello della ricreazione. [..]
-
παίζω
verbTom gioca a hockey.
Ο Τομ παίζει χόκεϋ.
-
παιχνίδι
noun neuterMi piace questo gioco.
Μου αρέσει αυτό το παιχνίδι.
-
τζογάρω
verbDisse che avrei potuto continuare a giocare dopo che avesse avuto la sua parte.
Μου είπε ότι θα μπορούσα να συνεχίσω να τζογάρω αν έπαιρνε κι αυτός μερίδιο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διασκεδάζω
- τέρπω
- Παίζω
- ρισκάρω
- βάζω στοίχημα
- πάω στοίχημα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " giocare " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "giocare"
Φράσεις παρόμοιες με "giocare" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Επιτραπέζιο παιχνίδι
-
ντάμα
-
αυτόματα παιχνίδια
-
λογοπαίγνιο
-
παίζουν με τη φωτιά · παίζω με τη φωτιά
-
χαρακτηρισμός παιχνιδιών
-
κυβεία · τζόγος · τυχερά παιχνίδια · χαρτοπαιξία
-
Ηλεκτρονικό παιχνίδι · ηλεκτρονικό παιχνίδι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη